Μονή Φιλοθέου


31.10.2019

Θέση

Η μονή του οσίου Φιλοθέου βρίσκεται στο μέσον περίπου της ανατολικής ακτής της Αθωνικής χερσονήσου, κτισμένη σε ένα άπλωμα, σε υψόμετρο 330 περίπου μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ανάμεσα στη μονή Καρακάλλου και το Κάθισμα του Μυλοποτάμου της μονής Μεγίστης Λαύρας. Για τον πεζοπόρο προσκυνητή η μονή υπολογίζεται ότι απέχει μισή περίπου ώρα από τον αρσανά της και δυόμισι ώρες από τις Καρυές. Στο φυσικό περιβάλλον της μονής κυριαρχεί η φτέρη, και για τον λόγο αυτόν στα πρώτα χρόνια ύπαρξής της απαντά και ως μονή της Φτέρης.

 

Κτίτορας της Μονής

Σύμφωνα με την παράδοση, ως πρώτος κτίτορας του μοναστηριού φέρεται ο όσιος Φιλόθεος, ο οποίος υπήρξε μαθητής του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου. Με το όνομα του ιδρυτή της την πρωτοσυναντούμε στις πηγές κατά τα έτη 1015 και 1016, όπου ο τότε ηγούμενός της, Γεώργιος υπογράφει ως «Γεώργιος μοναχός και ηγούμενος Φιλοθέου» και ως «Γεώργιος, Μοναχός και ηγούμενος μονής του κυρού Φιλοθέου» αντίστοιχα. Παρ’ όλ’ αυτά, σύμφωνα με τον πρώτο μελετητή του Αγίου Όρους Γεράσιμο Σμυρνάκη, στη θέση αυτή φαίνεται να προϋπήρχε παλαιό μονύδριο, με την ονομασία Φιλοθέου ήδη από το 868, κάτι που όμως δεν επαληθεύεται από τις γραπτές πηγές.

 

Βυζαντινή περίοδος

Το πρώτο μεγάλο οικοδομικό πρόγραμμα του μοναστηριακού συγκροτήματος τοποθετείται στα έτη της βασιλείας του Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1078 -1081), ο οποίος πραγματοποίησε μεγάλες δωρεές προς τη μονή. Όμως, τις μεγαλύτερες ευεργεσίες η μονή τις δέχθηκε κατά τη βασιλεία των Παλαιολόγων Ανδρονίκου Β΄ (1282 -1328), Ανδρονίκου Γ’ (1328 -1341) και Ιωάννη Ε’ (1341 -1391). Αιτία στάθηκε το γεγονός ότι ο τότε ηγούμενος της μονής Μακάριος ορίσθηκε από τον Ανδρόνικο Β’ ως πνευματικός γέροντας του Παλατιού. Ως ενίσχυση της μονής ορίσθηκε η κατ’ έτος επιχορήγησή της από τον αυτοκρατορικό κορβανά με δέκα μεγάλα τάλαντα. Επιπρόσθετα, ο ίδιος αυτοκράτορας κατακύρωσε τις κτήσεις της μονής στη Θάσο, τις Σέρρες, την Καλαμαριά κ.α. Ο ίδιος ο γέρων Μακάριος ζήτησε για τη μονή τη δεξιά χείρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, η οποία και του δωρίσθηκε μαζί με χρυσόπλεκτη λειψανοθήκη. Τη μονή Φιλοθέου προσπάθησε να επανδρώσει στα μέσα του 14ου αι. ο Στέφανος Δουσάν. Αποτέλεσμα της κινήσεώς του αυτής ήταν να προσέλθουν στο μοναστήρι πολλοί Βούλγαροι και Σέρβοι μοναχοί.

 

Οθωμανική περίοδος

Ακολουθεί μια μεγάλη περίοδος, όπου επικρατεί σιωπή των πηγών, κάτι που στη βιβλιογραφική έρευνα μεταφράζεται ως περίοδος παρακμής και ένδειας. Στην κατάσταση αυτή προφανώς συν- έτεινε και η οθωμανική κατάκτηση, καθώς, όπως εμφανίζεται και σε έγγραφο του 1541, η Μονή είχε παραχωρήσει την επικαρπία εδαφικών εκτάσεων του μετοχίου της στη Θάσο σε χωρικούς. Ως γνωστό, την εποχή αυτή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βασίλευαν οι Σελίμ Α’ και Σουλεϊμάν Α’, που ασκούσαν ιδιαίτερη καταπίεση στους χριστιανικούς πληθυσμούς.

Στις αρχές του 16ου αι. ηγούμενος του μοναστηριού είναι ο Διονύσιος, ο μετέπειτα κτίτωρ της ομώνυμης μονής στον Όλυμπο. Σ’ αυτόν οφείλεται η μετατροπή της μονής από ιδιόρρυθμη σε κοινόβια, καθώς και η έναρξη και εκτέλεση ενός ευρέος ανακαινιστικού προγράμματος, που βασίσθηκε σε δωρεές ευεργετών. Στους τελευταίους ευεργέτες της μονής λογίζονται οι Ρώσοι Τσάροι Μιχαήλ Θεοδώροβιτς (1642) και Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1707), καθώς και οι ηγεμόνες των Παραδουνάβιων ηγεμονιών της εποχής. Σημαδιακή ημερομηνία για τη μονή αποτελεί το έτος 1871, όταν και πυρκαγιά κατέκαυσε το μεγαλύτερο μέρος των κτηρίων, εκτός του Καθολικού και της Βιβλιοθήκης.  Εν μέρει διασώθηκε η Τράπεζα, καθώς και κάποιο μικρό τμήμα του διαβατικού της εισόδου, στο οποίο διασώθηκε επιγραφή με χρονολόγηση ,ζμη’ (7048-1540).

 

Άγιοι της μονής

Φιλοθεΐτης μοναχός ήταν ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, γνωστός για τη στήριξη των χριστιανικών πληθυσμών σε όλο τον δυτικό Ελλαδικό χώρο, καθώς και τις επαρχίες του παλαιού δυτικού Ιλυρι- κού. Όμως, στη χωρία των αγίων, που εγκαταβίωσαν ως μοναχοί στη μονή Φιλοθέου συγκαταλέ- γονται και άλλοι πολλοί, λιγότερο ίσως γνωστοί, όπως ο Συμεών ο ανυπόδητος και μονοχίτων από την Αγυιά Μαγνησίας, οι άγιοι Δομέτιος και Δαμιανός από τα Άγραφα, ο άγιος Διονύσιος από το Φανάρι Καρδίτσας, κ.ά.

Η είσοδος του Καθολικού, η φιάλη και η ΝΔ γωνία του μοναστηριακού συγκροτήματος

Το μοναστηριακό συγκρότημα

Όπως εύκολα από τα ανωτέρω προκύπτει, μετά από τόσες περιόδους ανοικοδομήσεων, αλλά και επί μέρους καταστροφών, που δεν αναφέρθηκαν, από τη βυζαντινή μονή Φιλοθέου δύσκολα σώζεται κάτι ορατό στις ημέρες μας. Σποραδικά μόνο και εν μέσω αναστηλωτικών εργασιών των ημερών μας ίσως διακρίνονται στοιχεία, που θα μπορούσαν να τοποθετηθούν στη βυζαντινή εποχή. Το μοναστηριακό συγκρότημα εμφανίζει τη συνήθη για τα μοναστηριακά δεδομένα σχεδόν τετράγωνη κάτοψη, με το καθολικό στη μέση και την Τράπεζα στα δυτικά του, ενσωματωμένη όμως στην αντίστοιχη πτέρυγα της μονής. Το καθολικό είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ο ναός αρχιτεκτονικά ανήκει στον αγιορείτικο εγγεγραμμένο σταυροειδή ρυθμό. Κτίσθηκε στα 1746, στα θεμέλια παλαιότερου ναού, που είχε αποσαθρωθεί. Στην ανέγερση βοήθησαν οικονομικά οι ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος και Γρηγόριος Γκίκας με 6.600 άσπρα, ώστε να καταστεί εφικτή όχι μόνο η ανέγερση του Καθολικού και του κωδωνοστασίου, αλλά και η εικονογράφησή του στα 1752, καθώς και η εικονογράφηση του παρεκκλησίου του Τιμίου Προδρόμου. Η εικονογράφηση του Καθολικού είναι έργο των αδελφών Κωνσταντίνου και Αθανασίου από την Κορυτσά. Οι ίδιοι δεκατρία χρόνια μετά, στα 1765, ιστόρησαν και τη λιτή. Για το παλαιό Καθολικό το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι ήταν ρυθμού βασιλικής. Μάλιστα, σε σχέδιο του Μπάρσκι, ο οποίος πέρασε από τη Μονή δύο μόλις έτη πριν από την ανέγερση του νέου ναού, η βασιλική αυτή εμφανίζεται τρουλλαία, με πλευρικούς χορούς και επιπρόσθετο τρούλλο στον πρόναο. Από τον ναό εκείνον διατηρήθηκε το τέμπλο, εμπλουτισμένο με φορητές εικόνες Κρητικής Τέχνης στο επιστύλιό του.

Γενική άποψη των τοιχογραφιών του καθολικού

Παρεκκλήσια

Το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου αποτελεί το βόρειο από τα δύο παρεκκλήσια, που πλαισιώνουν το Καθολικό. Ιστορήθηκε στα 1776 από τους μοναχούς Γαβριήλ και Νεόφυτο, ενώ φέρει και καλαίσθητο ξυλόγλυπτο τέμπλο, φιλοτεχνημένο στα 1786. Αντίστοιχα στο νότο το παρεκκλήσιο τιμάται στη Σύναξη των Αρχαγγέλων με τοιχογραφίες του 1752. Παρεκκλήσιο, τιμώμενο επ’ ονόματι της αγίας Μαρίνης υπάρχει επίσης στον πύργο του κωδωνοστασίου, ενώ άλλα τρία παρεκκλήσια βρίσκονται ενσωματωμένα στις τρεις πτέρυγες του συγκροτήματος, των αγίων Πέντε Μαρτύρων στην ανατολική, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του αγίου Νικολάου στη δυτική. Εκτός περιβόλου βρίσκονται τα παρεκκλήσια του Γενεσίου της Θεοτόκου, που στο Άγιον Όρος απαντά και ως Παναγούδα, δηλαδή μικρή Παναγίτσα, των Τριών Ιεραρχών ή του Αγίου Τρύφωνος, καθώς και των Αγίων Πάντων, που αποτελεί τον κοιμητηριακό ναό του μοναστηριού. Σύμφωνα με το προσκυνητάριο της μονής, ο ναός εγκαινιάσθηκε ανακαινισμένος στα 1806 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’, όμως γωνιαίος λίθος του ναού καταδεικνύει ως έτος ανακαινίσεως το 1809, έτος που δεν αντιστοιχεί σε πατριαρχεία του εν λόγω ιεράρχη.

Γενική άποψη του καθολικού και των παρεκκλησίων του

Η Τράπεζα

Ένα από τα κτήρια, που θεωρούνται από τα παλαιότερα της μονής είναι και η Τράπεζα, για την οποία γνωρίζουμε ότι υπέστη διεύρυνση κατά τον 16ο αι. Η ανακαίνιση αυτή πραγματοποιήθηκε με δαπάνη του βασιλέως της Καχετίας (σημερινής Γεωργίας) και του υιού του Αλεξάνδρου. Επιγραφή με χρονολογία 1540, πρέπει να αναφέρεται μάλλον στην ανακαίνιση μόνο του κτηρίου και όχι και στην τοιχογράφησή του, η οποία σύμφωνα με νεότερες μελέτες, οφείλει να τοποθετηθεί μεταξύ των ετών 1561 -1574. Πρόκειται για αξιόλογες τοιχογραφίες, που όμως δεν σώζονται σε καλή κατάσταση, εξαιτίας της πυρκαγιάς του 1871. Φιλοτεχνήθηκαν σε μία φάση, τεχνοτροπικά όμως, φαίνεται να ανήκουν σε δύο διαφορετικούς ζωγράφους. Μεταξύ Καθολικού και Τραπέζης βρίσκεται η Φιάλη αγιασμού, με τοιχογραφίες του τέλους του 18ου αι.

 

Η δυτική πτέρυγα και η τράπεζα

Η βιβλιοθήκη

Η βιβλιοθήκη καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας πτέρυγας. Πέραν των εντύπων, περιέχει περίπου 370 χειρόγραφα, εκ των οποίων τα 54 περγαμηνά. Σημαντικότερο όλων ένα εικονογραφημένο τετραευάγγελο, που θεωρείται από τα αρχαιότερα του Αγίου Όρους με τον ευαγγελιστή Μάρκο αποδιδόμενο ως φιλόσοφο. Ο Σπ. Λάμπρος κατά την εργασία του στη μονή στα τέλη του 19ου αι. καταμέτρησε 249 κώδικες.

 

Φορητές εικόνες

Ως εφέστιες εικόνες της μονής θεωρούνται η Θεοτόκος Γλυκοφιλούσα, αμφιπρόσωπη εικόνα με παράσταση Σταυρώσεως στην πίσω όψη, την οποία η παράδοση της μονής τη θέλει ως προεικονομαχική και να καταφθάνει με θαυματουργικό τρόπο από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και η Παναγία η Γερόντισσα, η οποία επίσης μεταφέρθηκε με θαυματουργικό τρόπο από τη Νιγρίτα. Μάλιστα, για την πρώτη εικόνα ο θρύλος τη θεωρεί ως αχειροποίητο εικόνα, ἱστορηθείσα ὑπὸ τοῦ Άποστόλου Λουκᾶ… Και οι δύο εικόνες βρίσκονται στο Καθολικό. Στο Καθολικό φυλάσσεται επίσης ορειχάλκινος Σταυρός εκστρατείας μεγάλων διαστάσεων του 11ου αι. με παραστάσεις ιαματικών και στρατιωτικών αγίων.

 

Λείψανα αγίων

Στο σκευοφυλάκιο, εκτός από τη δεξιά χείρα του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, φυλάσσεται τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, αφιέρωμα στο μοναστήρι του Στεφάνου Δουσάν, ήδη από τα 1347. Μάλιστα, παλαιότερα σωζόταν και ήλος (καρφί) της Σταυρώσεως, δώρο του αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη, που μεταφέρθηκε όμως στο μετόχι της Θάσου. Επίσης, φυλάσσονται λείψανα αγίων, όπως τμήμα του ισχιακού οστού της αγίας Μαρίνης, τμήμα της κάρας του αγίου Μάμαντος, τεμάχια λειψάνων των αγίων δισμυρίων μαρτύρων, των αγίων μαρτύρων Ισιδώρου, Μαρδαρίου, Κηρύκου, Χαραλάμπους, Ιακώβου του Πέρσου, Παρασκευής και Τρύφωνος, καθώς και τμήμα του ποδός του αγίου Παντελεήμονος, δώρο του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου.

Επί των ημερών μας η αδελφότητα της μονής Φιλοθέου αριθμεί περίπου 80 μοναχούς, κατέχει δε τη 12η θέση στην ιεραρχία των μονών του Αγίου Όρους.

Από τον γλυπτό διάκοσμο της Φιάλης