«Θαύματα Παναγίας Παραμυθίας και Παναγίας Παντανάσσης» (μέρος 1ο)


11.12.2011

Εισαγωγή

Η Σημασία των Εικόνων στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Οι  εικόνες θεωρούνται ιερά αντικείμενα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι περισσότερες από αυτές είναι συνήθως έργα πιστών και ευλαβών αγιογράφων. Αυτοί ή παραλείπουν να γράψουν ή αναγράφουν το όνομά τους μετά τη λέξη «Δέησις». Οι ευλαβείς αυτοί αγιογράφοι άρχιζαν καθημερινά το διακόνημα τους μετά από προσευχή, η οποία συνοδευόταν από αυστηρή νηστεία. Με τη λέξη «Δέησις» φανέρωναν ότι η κατασκευή κάθε εικόνας ήταν «δέησις» προς τον Θεό για τη συγχώρηση των αμαρτιών τους και ότι εκτελούσαν το ιερό αυτό έργο εκ μέρους της Εκκλησίας.

Κατά τη διάρκεια των εκατόν είκοσι περίπου χρόνων, που διάρκεσε η εικονομαχία, γράφτηκαν τόσα πολλά από τους αγίους Πατέρες για τη σημασία των ιερών εικόνων, που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να αναλυθούν.

Τα πρακτικά και οι αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία  συνήλθε το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, και ασχολήθηκε με το θέμα των εικόνων, αναφέρονται στη σημασία τους για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Για πρώτη φορά ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄, σε εγκύκλιο[1] του προς τους ρωμαιοκαθολικούς «επισκόπους» με αφορμή των δώδεκα  αιώνων από τη σύγκληση της Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου τολμά και διαγράφει τη μέχρι τότε μειωτική παράδοση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και προσπαθεί να οικειοποιηθεί τις παραδόσεις, που διατήρησε και κράτησε η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Στην εγκύκλιο τονίζεται η θεολογική και παιδαγωγική αξία των εικόνων και προβάλεται η παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αναγνωρίζεται ότι «ιδιαίτερα η ελληνική Εκκλησία αλλά και οι σλαβικές, στηριζόμενες στα έργα των μεγάλων εικονόφιλων θεολόγων, όπως ο άγιος Νικηφόρος της Κωνσταντινουπόλεως και ο άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, προσέλαβαν την προσκύνηση της εικόνας, ως ακέραιο μέρος της λειτουργίας, όπως ακριβώς συνέβαινε με τη λειτουργική τέλεση του λόγου». Αναφέρει δε ότι υπάρχει «κάποιο ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη θεολογία και την πνευματικότητα των εικόνων της Ανατολής», δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ότι γίνεται μία «εκ νέου ανακάλυψη της Χριστιανικής εικόνας». Οι εκφράσεις αυτές μαρτυρούν την παραμέληση και παραγνώριση της αξίας των εικόνων στη Δύση αλλά και την ανακάλυψη ενός κρυμμένου θησαυρού[2].

Σήμερα πολλές προτεσταντικές ομολογίες άνκαι απορρίπτουν την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων χρησιμοποιούν όμως για διδακτικούς και κατηχητικούς σκοπούς τη ζωγραφική τους.

Εμείς, ως Ορθόδοξοι, κρατήσαμε την παράδοση της Εκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα και οι εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και των αγίων, οι οποίες κοσμούν τους ναούς μας αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της ταυτότητας και γνώρισμα γνησιότητάς της.

Η αλήθεια της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας είναι αυτό που ονομάζουμε Ορθοδοξία. Χωρίς την Ορθοδοξία δεν υπάρχει αληθινή κοινωνία με τον Θεό, άρα ούτε αληθινή θεολογία. Χωρίς αληθινή πίστη και ζωή δεν υπάρχει σωστή επικοινωνία με τον πλησίον. Χωρίς σωστή θεώρηση του Θεού δεν υπάρχει σωστή θεώρηση της κτίσεως (δημιουργίας). Ασέβεια προς τον Θεό σημαίνει ασέβεια προς τον άνθρωπο, που είναι εικόνα του Θεού και ασέβεια προς το φυσικό κόσμο.

Την Α΄ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, γίνεται ο εορτασμός της νίκης της ορθής πίστεως της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων, η οποία εκφράζεται με την αντίληψη για τις εικόνες. Ορθοδοξία είναι η αλήθεια των εικόνων. Στην εικονομαχία οι Πατέρες είδαν το σύνολο των αιρέσεων.

Η εικονομαχία κατά την άποψη των Πατέρων δημιουργήθηκε από επίδραση επί του Χριστιανισμού Ιουδαϊκών και Ισλαμικών αντιλήψεων και χριστιανικών αιρέσεων, κυρίως του Μονοφυσιτισμού και Μανιχαϊσμού. Ιουδαϊσμός και Ισλαμισμός απαγορεύουν την χρήση των εικόνων στους ναούς τους λόγω του κινδύνου της ειδωλολατρίας.

Οι Μονοφυσίτες, υπερτονίζοντας τη θεϊκή φύση του Χριστού μέσα στην οποία απορροφήθηκε η ανθρώπινη, θεωρούσαν αδύνατη και ανεπίτρεπτη την περιγραφή σε εικόνα της απερίγραπτης φύσεως του Χριστού. Οι Μανιχαίοι περιφρονώντας κάθε τί υλικό, ως κακό, δίδασκαν ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε αληθινή ανθρώπινη φύση, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί με εικόνες. Ο Χριστός δεν ήταν μία αληθινή ιστορική ύπαρξη, κατά τους Μανιχαίους, αλλά ένα φάντασμα, και αυτοί που τον έβλεπαν, νόμιζαν ότι έβλεπαν το Χριστό. Η εχθρότητα προς την ύλη τους οδήγησε στο Δοκητισμό.

Η εικονομαχία αμφισβητούσε και καταργούσε τη σωτηρία του ανθρώπου από το Χριστό. Αρνείται τη θεία ενανθρώπηση, τη θεία οικονομία και τις συνέπειές τους, εφ’ όσον αρνείται τη δυνατότητα περιγραφής της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, αλλά και τον αγιασμό και τη δόξα του σώματος και της ύλης. Γι’ αυτό και οι Πατέρες είδαν στην εικονομαχία μία συμπερίληψη όλων των προηγουμένων αιρέσεων και ανατροπή του Χριστιανισμού.

Οι Πατέρες ερεύνησαν και διαπίστωσαν τη θέση της Παραδόσεως στο θέμα των εικόνων. Πλήθος ήταν οι μαρτυρίες από τα συγγράμματα Πατέρων και αγίων που αποδείκνυε ότι η χρήση των εικόνων στην εκκλησία είναι αρχαιότατη συνήθεια, εναντίον της  οποίας καμιά αντίδραση δεν υπήρχε. Ήταν τόσο πολλές οι μαρτυρίες από την παράθεση κειμένων πατερικών για την ύπαρξη και χρήση των εικόνων από την εμφάνιση του Χριστιανισμού, ώστε ζητήθηκε από τον Πρόεδρο της συνόδου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως άγιο Ταράσιο να μην παρουσιασθούν άλλα κείμενα γιατί προκλήθηκε κορεσμός από την αφθονία τους[3].

Πρώτος ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει την παράδοση της Εκκλησίας για τις ιερές εικόνες «αποστολική». Οι εικόνες δηλαδή υπάρχουν μέσα στους ναούς προ του Μεγάλου Κωνσταντίνου, από την εποχή των αγίων Αποστόλων.  Την παράδοση αυτή επικυρώνουν αρχαιολογικά ευρήματα των πρώτων μεταποστολικών χρόνων, τα οποία παρουσιάζουν απεικονίσεις του προσώπου του Ιησού Χριστού. Ήταν στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής, όπως φαίνεται στους παλαιούς ναούς και στα συγγράμματα των πατέρων. Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (692) στήριξε αυτήν την παράδοση με τον 82ο κανόνα της και απαγόρευσε να αγιογραφείται πάνω στο σταυρό ο Χριστός ως αμνός (πρόβατο), αλλά με την ανθρώπινη μορφή του. Οι πατέρες και οι πιστοί χριστιανοί για 800 χρόνια ανατράφηκαν μέσα σ’ αυτήν την παράδοση. Η εικονομαχία ήταν μία καινοτομία, που παρουσίαζε τους προηγούμενους Πατέρες και όλη την Εκκλησία να ζει μέσα στην πλάνη.

Το πιο σταθερό στοιχείο στα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο τονισμός της αξίας και ο σεβασμός της Παραδόσεως, η οποία ταυτίζεται με την Ορθοδοξία. Η παράδοση για την Εκκλησία είναι η ζωή της εν Αγίω Πνεύματι. Στις αποφάσεις της η Σύνοδος αναφέρει ότι: «τηρήσαμε την παράδοση της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας χωρίς να αφαιρέσουμε ούτε να προσθέσουμε κάτι, αλλά όπως διδαχθήκαμε από τους αποστόλους, κρατούμε τις παραδόσεις που παραλάβαμε, αποδεχόμενοι όλα όσα ακριβώς η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία από την αρχή προφορικά και γραπτά παρέλαβε, μεταξύ των οποίων και η κατασκευή των εικόνων»[4]. Στην όγδοη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου πάλι διακηρύσσεται ότι: «Εμείς ακολουθούμε τις αποφάσεις της αρχαίας Εκκλησίας. Εμείς αναθεματίζουμε όσους προσθέτουν κάτι ή αφαιρούν από την ορθόδοξη Εκκλησία. Εμείς αναθεματίζουμε την καινούργια διδασκαλία των εικονομάχων. Εμείς αποδεχόμαστε τις σεπτές εικόνες»[5].

Πράγματι τα πρότυπα των εικόνων του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Θεοτόκου ήσαν πολύ περιωρισμένα κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, λόγω των διωγμών. Πηγή της χριστιανικής εικονογραφίας αποτέλεσαν οι ζωντανές προφορικές αναμνήσεις και πληροφορίες των χαρακτηριστικών της μορφής και της παραστάσεως του Χριστού, της Παναγίας, των Αποστόλων και των άλλων ιερών προσώπων της πρώτης αποστολικής Εκκλησίας[6].

Η χριστιανική εικονογραφία αναπτύχθηκε εξ αιτίας της προβολής των μαρτύρων της πίστεως. Η παρουσίαση προσωπικών εικόνων των Μαρτύρων ή και εικονογραφικών συνθέσεων διαφόρων σκηνών του μαρτυρίου κατά τις εορταστικές συνάξεις της επετείου του θανάτου των μαρτύρων έγιναν αφορμή για την καθιέρωση της εκκλησιαστικής εικονογραφίας. Η αναγνώριση του Χριστιανισμού από το Μεγάλο Κωνσταντίνο, ως επίσημης θρησκείας του ελληνορωμαϊκού κράτους και η προστασία της Εκκλησίας από αυτόν, μετέφερε τις εικόνες από τους τόπους προσευχής, που ήσαν στα σπίτια των χριστιανών (ευκτήριοι οίκοι) στους μεγάλους ναούς. Πολλοί Πατέρες στους λόγους τους μιλούν για ιερούς ναούς, που οι εσωτερικοί τους τοίχοι ήσαν διακοσμημένοι με πολλές εικόνες αγίων της Εκκλησίας και  παραστάσεις από τη ζωή τους. Ο ίδιος ο άγιος Κωνσταντίνος στα ανάκτορα είχε εικόνα που παρίστανε το σταυρό που συνέτριβε κάποιο δράκοντα[7].  

Στην πρωτοχριστιανική περίοδο, στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, προ της εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου υπάρχει η συμβολική τέχνη των Κατακομβών. Οι Κατακόμβες ήσαν υπόγειες στοές όπου κατέφευγαν οι χριστιανοί να προσευχηθούν, να τελέσουν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας αλλά και κοιμητήρια στα οποία έθαβαν τους νεκρούς των  και τους Μάρτυρες.

Η πρώτη αυτή εικονογραφία είχε συμβολικό χαρακτήρα και ο σκοπός της ήταν καθαρά διδακτικός. Η Κιβωτός του Νώε, ήταν σύμβολο της Εκκλησίας, ο Ιωνάς στο κήτος, ήταν σύμβολο της Αναστάσεως του Χριστού, το ψάρι, ήταν σύμβολο του Ιησού Χριστού, η Αγκυρα, ήταν σύμβολο της ελπίδος, το ψωμί και το κρασί, ήταν σύμβολα του σώματος και αίματος του Χριστού και του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Οι τρεις Παίδες εν τη καμίνω, ο Δανιήλ εν μέσω των λεόντων, ήταν σύμβολα της σωτηρίας. Η παράσταση του καλού ποιμένα με τα πρόβατα, ήταν σύμβολο του κόσμου του οποίου ποιμένας είναι ο Θεός. Ο καλός ποιμένας, δηλαδή ο Σαρκωμένος Θεός, παίρνει πάνω του το χαμένο πρόβατο, την ανθρώπινη φύση και την ενώνει με τη θεϊκή του δόξα. Επίσης το πρόσωπο της Παναγίας είναι από τα πρώτα πρόσωπα που απεικονίστηκαν στις Κατακόμβες. Τη βρίσκουμε ως Δεομένη, στον Ευαγγελισμό, στη Γέννηση.

Ο ιστορικός Ευσέβιος πρώτος αναφέρεται σε ύπαρξη ορυχάλκινου ανδριάντα του Ιησού Χριστού, τον οποίον είδε ο ίδιος, στην αυλή του σπιτιού της αιμορροούσας γυναίκας (αγίας Βερονίκης) στην πόλη Πανέα ή Καισάρεια του Φιλίππου, την οποία θεράπευσε ο Κύριος. Στη βάση του ανδριάντα υπήρχε ένα σπάνιο βότανο με θεραπευτικές ιδιότητες. Στο κάτω μέρος του υπήρχε η επιγραφή: «Στο Θεό, τον σωτήρα του κόσμου»[8]. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης κατέστρεψε τον ανδριάντα του Ιησού και τοποθέτησε το δικό του, ο οποίος καταστράφηκε από πτώση κεραυνού[9].

Πολύ ισχυρή είναι και η εκκλησιαστική παράδοση της αχειροποίητης εικόνας του προσώπου του Χριστού της γνωστής ως «Άγιο Μανδήλιο». Αυτή την έστειλε ο Ιησούς προς τον βασιλέα της Μεσοποταμίας Αβγαρο. Ο βασιλέας έπασχε από ανίατη ασθένεια και παρακάλεσε με επιστολή του το Χριστό να πάει να τον θεραπεύσει. Ως απάντηση ο Ιησούς έστειλε το μανδήλιό του αφού προηγουμένως σκούπισε το πρόσωπό του. Πάνω στο μανδήλιο αποτυπώθηκε η μορφή του. Η εκκλησιαστική παράδοση γνωρίζει καλά την ύπαρξη της εικόνας στην πόλη Έδεσσα μέχρι της εποχής του Χοσρόη και την συνδέει με ιστορικά γεγονότα.

Γνωστή είναι η παράδοση για τις εικόνες της Θεοτόκου που αποδίδονται στον Ευαγγελιστή Λουκά. Ο Θεόδωρος Αναγνώστης μας πληροφορεί ότι η Ευδοκία, σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄(408-450) αγόρασε στους Αγίους Τόπους εικόνα της Θεοτόκου, την οποία ζωγράφισε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και την απέστειλε ως δώρον στην αυτοκράτειρα Πουλχερία[10]. Ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος αναφέρει ότι η Πουλχερία δώρησε εικόνα της Θεοτόκου στην Μονή των «Οδηγών», την οποίαν ίδρυσε στην Κωνσταντινούπολη και η οποία ονομάστηκε «Οδηγήτρια»[11]. Αυτή η εικόνα πολλές φορές προστάτευσε και διαφύλαξε την Κων/λη καταστράφηκε δε κατά την άλωσή της από τους Τούρκους.

Ο όσιος Συμεών ο Μεταφραστής και ο άγιος Ανδρέας Κρήτης αναφέρουν και εικόνα του Ιησού Χριστού, την οποίαν ζωγράφησε ο Απόστολος Λουκάς. Μάλλον πρόκειται περί του Ιησού ως βρέφους, το οποίο κρατεί στην αγκαλιά της η Θεοτόκος[12]. Η φιλοτέχνηση εικόνας της Παναγίας από τον Ευαγγελιστή Λουκά είναι απόδειξη της πολύ μεγάλης αγάπης προς αυτήν. Αυτός είναι ο μόνος ευαγγελιστής που στο ευαγγέλιο του κατέγραψε γεγονότα, τα οποία γνώριζε μόνο η Θεοτόκος (διήγηση Ευαγγελισμού, η ωδή προς τον Θεόν κατά την επίσκεψη στην Ελισάβετ, η απογραφή στην Βηθλεέμ και η γέννηση του Χριστού). Ο Λουκάς δεν ήταν επαγγελματίας ζωγράφος αλλά είχε μάλλον έμφυτο καλλιτεχνικό χάρισμα. Κατά την παράδοση υπήρχαν περισσότερες από μία εικόνες της Θεοτόκου ζωγραφισμένες από τον Απόστολο Λουκά[13].

Ο άγιος Ανδρέας, επίσκοπος Κρήτης, ο ιεροσολυμίτης, αναφέρει παλιά παράδοση κατά την οποία εκ θαύματος αποτυπώθηκε σε μία κολώνα εικόνα της Θεοτόκου στο ναό της που βρισκόταν στη πόλη Λύδδα της Ιουδαίας. Η αχειροποίητη αυτή εικόνα σωζόταν μέχρι των ημερών του[14].

Η κατασκευή και χρήση των εικόνων στηρίζεται στη διδασκαλία της Εκκλησίας για τη γνώση του Θεού. Ο Θεός είναι αόρατη, ασύληπτη και ακατάληπτη διανοητικά παραγματικότητα. Έρχεται όμως σε επαφή προς τους ανθρώπους με τις άκτιστες  θείες ενέργειές του. Ο άνθρωπος με τις καθαρμένες διανοητικές δυνάμεις μπορεί να αποκτήσει άμεση βιωματική εμπειρία, μυστική νοητική ενόραση και άμεση εσωτερική θέα και εποπτεία εικόνων, που βάζει μπροστά στα πνευματικά μάτια ο ίδιος ο Θεός όπως ομόφωνα διδάσκει η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση. Από τη δημιουργία βλέπουμε την αιώνια δύναμη και θεότητα[15]. Βλέπουμε όχι καθαρά, αλλά αμυδρά τις θείες αλήθειες[16]. Η δημιουργία δείχνει τον δεσπότη και δημιουργό της[17] με αυτά που βλέπομε και γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις[18]. Οι εικόνες του ορατού κόσμου μας οδηγούν στη θεωρία των αοράτων.

Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που είναι από τους σπουδαιότερους δογματικούς διδασκάλους τονίζει ότι άνκαι είναι αδύνατο να εικονισθεί το ασώματο, αόρατο, απερίγραπτο και ασχημάτιστο  του Θεού εν τούτοις είναι δυνατή η συμβολική εξεικόνιση και αυτού του αόρατου Θεού και των ασωμάτων αγγέλων εφ’ όσον αποκαλύφθηκε και Εκείνος και οι άυλοι άγγελοι με μορφή ανθρώπινης εικόνας[19]. Υπάρχουν λοιπόν εικόνες «πού παριστάνουν σχήματα και μορφές και τύπους, καθώς αποτυπώνονται σωματικά τα αόρατα και ασώματα, ώστε να κατανοούνται αμυδρά ο Θεός και οι άγγελοι, επειδή αδυνατούμε να βλέπουμε τα ασώματα χωρίς σχήματα, ανάλογα με μάς»[20]. Εάν λοιπόν επιτρέπεται η χρήση συμβολικών εικόνων του αόρατου Θεού και των ασωμάτων αγγέλων πολύ περισσότερο είναι δικαιολογημένη η εξεικόνιση της ανθρώπινης μορφής του Θεανθρώπου Κυρίου, της Θεοτόκου, των αγίων, όπως και διαφόρων επιγείων γεγονότων και συμβάντων της ιστορίας της σωτηρίας και της Εκκλησίας.

πηγή: Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, Θαύματα Παναγίας Παραμυθίας και Παναγίας Παντανάσσης, Άγιον Όρος



[1]Τό κείμενο τής εγκυκλίου Duodecimum Saeculum (Δώδεκα αιώνες) δημοσιεύθηκε στό Osservatore Romano,18,7, beilage VI,12 Februar 1988. Στά ελληνικά εκδόθηκε από τό Γραφείον Καλού Τύπου.

[2]Τό 1977 στή Α΄ «Οικουμενική Ακαδημία» τού Γκράτς, ο τότε καρδινάλιος και Πρόεδρος τής Βατικανείου Επιτροπής γιά τά ζητήματα τής πίστεως και σημερινός πάπας είπε ότι «γιά τήν επίτευξη τής αποκαταστάσεως τής εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ ανατολής και Δύσεως πρέπει νά στηριχθούμε στή κοινή κληρονομιά τής πρώτης χριστιανικής χιλιετίας. Ένα τμήμα τής κληρονομιάς δημιούργημα και κτήμα τής τότε αδιαιρέτου Εκκλησίας είναι και οι αποφάσεις τής Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Τότε οι Πατέρες τής Ζ΄Οικουμενικής Συνόδου διαπίστωσαν, ότι ολόκληρη η Εκκλησία παρουσιάστηκε ενωμένη».

[3] Mansi 13, 196D.

[4] Mansi 13, 409- 412.

[5]  Mansi 13, 416.

[6]P.G. 95,348D

[7] Ε.Π.Ε. τ. 4 ,Ευσεβίου Καισαρείας, σ. 343.

[8] Ε.Π.Ε. τ. 3 ,Ευσεβίου Καισαρείας, σ. 47- 49.

[9] P.G. 67, 1280-1282.

[10]P.G. 86, 165

[11] P.G.147,44Α

[12]P.G. 115, 1136Α-Β και P.G. 97,1304Β

[13]Οι εικόνες τού Ευαγγελιστού Λουκά είναι: 1. Η Οδηγήτρια 2. τής Μονής Κύκκου τής Κύπρου 3. τής Ι. Μονής Σουμελά τού Πόντου και 4. τής Ιεράς Μονής τού Μεγάλου Σπηλαίου στά Καλάβρυτα.

[14] P.G. 97, 130 Α.

[15] Ρωμ. 1, 20.

[16]P.G. 6, 465, 468 και P.G. 6, 476.

[17]P.G. 25, 69.

[18]P.G. 29, 16 Διά τών «ορωμένων και αισθητών» φθάνομε στή «θεωρίαν τών αοράτων».

[19]Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος Γ΄ απολογητικός πρός τούς διαβάλλοντας τάς αγίας εικόνας, Εκδόσεις Πουρναρά, σ. 345 «Ποιός πρώτος έφτιαξε εικόνα; Ο ίδιος ο Θεός πρώτος γέννησε τό μονογενή Υιό και Λόγο του, εικόνα του ζωντανή, φυσική, ως απαράλλακτο χαρακτήρα τής αιδιότητας του, και δημιούργησε τόν άνθρωπο κατ’ εικόνα του και καθ’ ομοίωση. Καί ο Αδάμ είδε τό Θεό και άκουσε τό θόρυβο τών ποδιών του, καθώς περπατούσε τό δειλινό, και κρύφτηκε στόν παράδεισο, και ο Ιακώβ είδε τό Θεό και πάλαιψε μαζί του- είναι φανερό πώς ο Θεός φανερώθηκε ως άνθρωπος-, και ο Μωυσής είδε τό Θεό σάν τήν πίσω μεριά τού ανθρώπου, και ο Ησαΐας τόν είδε ως άνθρωπο νά κάθεται στό θρόνο, και ο Δανιήλ είδε ομοίωμα ανθρώπου…Κανείς ποτέ δέν είδε τη φύση τού Θεού, αλλά τόν τύπο και τήν εικόνα…Προσκύνησαν λοιπόν όλοι τόν τύπο και τήν εικόνα…Ο Αβραάμ δέν είδε τη φύση τού Θεού, αλλά εικόνα τού θεού και πέφτοντας τόν προσκύνησε. Ο Ιησούςτού Ναυή δέν είδε φύση αγγέλου, αλλά εικόνα (γιατί φύση αγγέλου δέν γίνεται ορατή μέ σωματικά μάτια) και πέφτοντας τήν προσκύνησε, παρόμοια και ο Δανιήλ… προσκύνησε τόν άγγελο όχι ως Θεό..»

[20] Ι. Δαμασκηνού, Λόγος Γ΄ ο.π. σ. 339.