Μονή Εσφιγμένου


01.11.2019

Ονομασία

Διχογνωμία επικρατεί για την ετυμολογία του ονόματος της μονής Εσφιγμένου. Η πρώτη εκδοχή δέχεται ότι η ονομασία οφείλεται σε μοναχό, μονοχίτωνα, σχοινίω σφιγκτώ εσωσμένον, που για τον λόγο αυτό έφερε το παρωνύμιο ο Εσφιγμένος. Η δεύτερη προέρχεται από την τοποθεσία της μονής, όπου στον κόλπο, στον οποίο είναι κτισμένη φαίνεται να περισφίγγεται από τα γειτονικά υψώματα. Όντως, η μονή βρίσκεται στο ΒΑ άκρο της Αθωνικής χερσονήσου, αποτελεί το πιο απομακρυσμένο μοναστήρι προς την πλευρά αυτή και περικλείεται από τους λόφους της Ζωοδόχου Πηγής, της Σαμάρειας και της Γριμποβίτσας. Από τις Καρυές απέχει περίπου εξήμισι ώρες οδοιπορίας.

Γενική άποψη του εσωτερικού και του Καθολικού

Ίδρυση

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε η μονή δεν μας είναι γνωστό. Η παράδοση τη θεωρεί κτίσμα του 5ου αι., και ανάγει την ίδρυσή της στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ και στην αδελφή του Πουλχερία. Νόθες ή αμφισβητούμενες  πηγές αναφέρουν ως ηγούμενό της κάποιον Θεόκτιστο ήδη από τα 940. Μετά βεβαιότητος όμως μπορούμε να πούμε ότι η μονή υφίσταται στα 998, όταν σε αδημοσίευτο έγγραφο της μονής Βατοπεδίου συναντούμε την υπογραφή του ηγουμένου Θεοδώρου. Πάντως, σε αυτά τα πρώτα έγγραφα η μονή απαντά και ως Εσφαγμένου. Έκτοτε μας διασώζεται σε ικανο- ποιητικό βαθμό η διαδοχή των ηγουμένων έως και την Οθωμανική κατάκτηση, κάτι που φανερώνει την αδιάλειπτη συνέχεια της μονής κατά τη βυζαντινή περίοδο. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς διετέλεσαν ταυτόχρονα και ως Πρώτοι στην Ιερά Επιστασία.

Οι φερόμενοι ως πρώτοι κτήτορες της Μονής, αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Πουλχερία

Περίοδος ακμής

Για τη βυζαντινή περίοδο δεν παραδίδονται πολλές πληροφορίες. Αυτό που είναι κοινώς αποδεκτό είναι ότι η μονή γνώρισε μια μεγάλη περίοδο ακμής από το β’ μισό του 13ου αι. κι εξής. Σ’ αυτό συνέβαλαν οι χορηγίες των αυτοκρατόρων της δυναστείας των Παλαιολόγων, καθώς και των Σέρβων ηγεμόνων Στεφάνου Δουσάν και Γεωργίου Βράνκοβιτς. Μάλιστα, ήδη από τον 11ο αι. μαρτυρούνται οι πρώτες παραχωρήσεις από βυζαντινούς αυτοκράτορες μετοχιακών εγκαταστάσεων στη Χαλκιδική, τον Στρυμόνα και τη Θεσσαλονίκη. Επίσης, με τις πρώτες γνωστές πράξεις προσδιορίζονται και οι ιδιοκτησίες της μονής εντός του Αγίου Όρους. Όμως, από το 1315 κι εξής πρωτομαρτυρούνται εδαφικές διενέξεις της μονής με την παρακείμενη μονή του Βατοπεδίου, που έφτασαν έως και την καταστροφή εγκαταστάσεών της. Στον αντίποδα, η μονή γνώρισε και καταστροφές, κατά τον 14ο από πυρκαγιές, από πειρατές, ενώ στα 1534 πυρπολήθηκε και από τους Τούρκους. Παρόμοια καταστροφή παραδίδεται ότι συνέβη και στα 1634.

 

Τουρκοκρατία

Κατά την Τουρκοκρατία η μονή περιέπεσε σε μαρασμό. Ταυτόχρονα, από το 1527 κι εξής ξεκινούν διενέξεις με τη γειτονική μονή Ζωγράφου, ενώ από το 1562 κι εξής η μονή εμπλέκεται σε ιδιοκτησιακές διαφορές και με την επίσης πλησιόχωρη μονή Χιλανδαρίου. Τα επίδικα κτήματα βρίσκονταν στις περιοχές της Βαγενοκαμάρας, της Γιοβάνιτσας, του Λογγού και του Κακού Ρύακα, περιοχές δηλαδή γύρω από τη μονή Εσφιγμένου. Ιδιαίτερα το ζήτημα της Γιοβάνιτσας εκκρεμούσε έως και τα τέλη του 18ου αι. Στα μέσα του 17ου αι. η μονή βρίσκεται σε τέτοια ένδεια, που αποφασίζει να πωλήσει το ομόλογο δύο κελιών της στις Καρυές, ενώ από τις αρχές του 18ου αι. κι εξής θα καταφύγει και σε ζητείες. Την ίδια περίοδο η μονή αντιμετωπίζει προβλήματα με τα μετόχια της στον Αχινό και στο Πατρίκι Σερρών. Πάντως, από τις ζητείες αυτές η μονή εξήλθε ενισχυμένη, καθώς έγιναν η αφορμή ώστε να τύχει μεγάλης ενίσχυσης από τη Ρωσία και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, ενίσχυση που έφθασε ακόμη και στην παραχώρηση μετοχίων. Η ηρεμία θα επιστρέψει στη μονή στα 1797 όταν, ενόψει της κοινοβιοποίησής της, ο Δαμασκηνός, πρώην μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και ο Γρηγόριος Ε’, κατά το μεσοδιάστημα που δεν βρισκόταν στον θρόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναλαμβάνουν προσπάθειες ανασυγκρότησής της και επιστροφής σε αυτήν διαφόρων ιδιοκτησιών της.

 

Νεώτερα χρόνια και σημερινό καθεστώς

Η τελευταία καταστροφή που θα υποστεί η μονή, τοποθετείται στα 1821, όταν ο Εμμαν. Παππάς ήλθε στο μοναστήρι προκειμένου να κηρύξει την επανάσταση, κάτι που προξένησε το μένος της εκεί ευρισκόμενης τουρκικής φρουράς. Στους νεωτέρους χρόνους, η μονή δεν δέχθηκε την αμοιβαία άρση των αναθεμάτων μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που συντελέσθηκε στα 1964 κατά τη συνάντηση του πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Πάπα Ρώμης Παύλο Στ’ και οδηγήθηκε σε καθεστώς ακοινωνησίας με το Σώμα της υπόλοιπης Εκκλησίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν θέλησε να ασκηθεί βία για την απομάκρυνση της συνοδείας αυτής από τη μονή και επέλεξε την εγκατάσταση και αναγνώριση νέας συνοδείας στο Εσφιγμενίτικο κονάκι των Καρυών.  Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο η πρόσβαση στη μονή είναι πλέον δυσχερέστερη.

Κοσμική λαϊκότροπη τοιχογραφία στην είσοδο της Μονής

 

Το μοναστηριακό συγκρότημα

Τα πολλά κενά στις γνώσεις μας για το μοναστήρι συμπληρώνει ο Γεράσιμος Σμυρνάκης, ο οποίος διετέλεσε Εσφιγμενίτης μοναχός. Μάλιστα, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος του ανακαινιστικού προγράμματος είχε συντελεσθεί λίγα μόλις χρόνια πριν από την εγκαταβίωσή του στη μονή και καθώς είχε διατελέσει και ηγούμενός της, μας παραδίδει σημαντικές πληροφορίες γύρω από ημερομηνίες, πρόσωπα, δωρεές και παραδόσεις. Τα περισσότερα κτήρια, λοιπόν, του σημερινού μοναστηριακού συγκροτήματος χρονολογούνται μεταξύ των ετών 1804–1861. Η κάτοψη του συγκροτήματος παρουσιάζει σχήμα παραλληλόγραμμου, με την μακρά βόρεια πλευρά του ουσιαστικά να βρέχεται από τη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται και το παραπόρτι για τους εισερχομένους από την πλευρά της θάλασσας, το οποίο αποτελεί την παλαιά θύρα της μονής. Η κύρια και μεταγενέστερη είσοδός της βρίσκεται στο μέσον της νότιας πτέρυγας. Στην είσοδο αυτή έχουν εντοιχισθεί σε δεύτερη χρήση δύο μαρμάρινοι κίονες από το θρυλούμενο καθολικό της μονής της Πουλχερίας, που βρίσκεται πεντακόσια περίπου μέτρα βορείως του νυν συγκροτήματος. Σχηματίζει διαβατικό, που καλύπτεται από τοιχογραφίες λαϊκής τέχνης του 1861, ενώ επάνω από αυτό τοποθετείται ο κεντρικός πύργος της πτέρυγας, κτίσμα του 1854. Στον ανώτερο όροφό του υπάρχει καμπαναριό με ρολόι στις τέσσερις όψεις του, που κατασκευάσθηκε στη Βιέννη το 1856. Μέρος του κτηριακού προγράμματος αυτής της περιόδου αποτελεί και άλλος ένας πύργος στην ανατολική πτέρυγα. Η μονή διαθέτει στο περιτείχισμά της άλλους πέντε πύργους και μαρτυρείται άλλος ένας γωνιακός, που πιθανόν να αποτελούν τα μοναδικά λείψανα της βυζαντινής περιόδου.

 

Η φιάλη

Απέναντι από την είσοδο συναντούμε τη φιάλη, που κατασκευάσθηκε στα 1815 από τον τότε ηγούμενο Ευθύμιο σε αντικατάσταση της βυζαντινής, της εποχής του Ιωάννη Ε’ Καντακουζηνού (1341 -1391). Ο θόλος της συγκρατείται από οκτώ μαρμάρινους κίονες και η βάση της περικλείεται από μπαρόκ μαρμάρινα θωράκια.

Η φιάλη

Το Καθολικό

Το Καθολικό, που τιμάται στην Ανάληψη του Σωτήρος, άρχισε να ανεγείρεται στα 1808 και ολοκληρώθηκε στα 1811. Ανήκει στον σύνθετο τετρακιόνιο εγγεγραμμένο σταυροειδή ρυθμό, αθωνικού τύπου, φέρει δηλαδή και δύο ευρείες πλάγιες κόγχες για την ευρυχωρία των ψαλτών στα δύο αναλόγια. Τα θυρανοίξια πραγματοποιήθηκαν στα 1811 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε’. Την ίδια χρονιά είχε ήδη ολοκληρωθεί η τοιχογράφηση του κυρίως ναού, ενώ στα 1818 ιστορήθηκε και το Ιερό Βήμα. Το σύνολο της ιστόρησης αποτελεί έργο των Γαλατσιάνων ζωγράφων Βενιαμίν, Ζαχαρίου και Μακαρίου. Ο διαχωρισμός του Ιερού Βήματος συντελείται με περίτεχνο ξυλόγλυπτο κοιλόκυρτο ψηλό τέμπλο, κατασκευασμένο στα 1813, ενώ ξυλόγλυπτη είναι και η Αγία Τράπεζα, έργο του 1810. Οι τέσσερις βασικές Δεσποτικές εικόνες ανήκουν στα έτη 1813 -1814, ενώ οι παράπλευρες των αγίων Δημητρίου και Γεωργίου προέρχονται από το προγενέστερο Καθολικό και φέρουν επίχρυσα πουκάμισα, κατασκευασμένα στη Ρωσία στα 1850. Τα ξυλόγλυπτα θωράκια του τέμπλου αποδίδουν σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, που παρουσιάζουν θεολογική αντιστοιχία με κάθε μία από τις υπερκείμενες Δεσποτικές εικόνες. Εφέστια εικόνα της μονής, αποτελεί η Θεοτόκος, η αποδιδόμενη ως Ρόδον το Αμάραντον. Στα 1841 προστέθηκε ο σημερινός εσωνάρθηκας και στα 1854 εξωνάρθηκας, πρόναος και περίστυλο προστώο.

 

Η επιγραφή ιστορήσεως του εσωνάρθηκα στο τύμπανο της εισόδου

Παρεκκλήσια

Στο Καθολικό εφάπτονται δύο παρεκκλήσια. Το βορινό τιμάται στη Σύναξη των Ασωμάτων και το νότιο στα Εισόδια της Θεοτόκου.  Στον νότιο τοίχο του νοτίου παρεκκλησίου απαντά η αρκετά σπάνια παράσταση με την απεικόνιση των άρθρων του Συμβόλου της Πίστεως. Εκτός αυτών στο μοναστηριακό συγκρότημα υπάρχουν άλλα οκτώ παρεκκλήσια: των Αγίων Αναργύρων στο νοσοκομείο, του Αγίου Ανθίμου δίπλα στο ηγουμενείο, του Αγίου Γεωργίου στην ΝΑ γωνία, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στον πύργο του καμπαναριού, του Αγίου Νείλου του Σοφού, του αγίου Νείλου του Μυροβλήτη, του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος. Στο μέσον του ανωτέρου ορόφου της ανατολικής πτέρυγας βρίσκεται το παρεκκλήσι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Η εξέχουσα θέση του παρεκκλησίου δικαιολογείται από το ότι ο άγιος Γρηγόριος είχε διαμείνει για ικανό διάστημα στη μονή. Εμπρός από την ίδια πτέρυγα υπάρχει και αγίασμα του Αγίου Γρηγορίου.

 

Η τράπεζα

Σύμφωνα με την παράδοση που θέλει τον ηγούμενο της μονής κατά τη διάρκεια των γευμάτων να μπορεί να βλέπει το ιερό θυσιαστήριο, στα δυτικά του Καθολικού βρίσκεται η Τράπεζα. Πρόκειται για επίμηκες ξυλόστεγο κτήριο με τρεις αψίδες στον δυτικό τοίχο. Το εσωτερικό της είναι κατάγραφο, οι τοιχογραφίες όμως διατηρούνται σε άσχημη κατάσταση. Επιγραφή στον δυτικό τοίχο παραδίδει τη χρονολογία 1810 ως έτος ανακαίνισης, η οποία περιελάμβανε προφανώς την πλήρη επιζωγράφηση του συνόλου. Ο αρχικός διάκοσμος κάλυπτε όλες τις επιφάνειες και ανήκει σε περισσότερες από μία φάσεις. Στο εξωτερικό υπάρχει κρήνη του 1804.

 

Το σκευοφυλάκιο

Το σκευοφυλάκιο και η βιβλιοθήκη βρίσκονται επάνω από τη Λιτή. Μεταξύ των κειμηλίων σημαντικότερα θεωρούνται μια ψηφιδωτή εικόνα μικρών διαστάσεων του Ιησού ολόσωμου, τμήμα της πολεμικής σκηνής του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που μετά από μακρά ιστορία κατέληξε στη μονή, το λάβαρο της επαναστάσεως του Εμμανουήλ Παππά του 1821, ενώ το πλείστον των κειμηλίων της ανάγεται στην οθωμανική περίοδο κι εξής. Διαθέτει, επίσης, τμήμα Τιμίου Ξύλου, καθώς και Τίμια Λείψανα 56 αγίων. Μεταξύ των άλλων θησαυρίζονται το αριστερό πόδι της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, η κάρα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και Λείψανα των αγίων Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου, Γεωργίου του μεγαλομάρτυρος, Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, Αλεξίου του ανθρώπου του Θεού κ.ά. Περίεργη σύγχυση επικρατεί ως προς τον αριθμό των εντύπων της βιβλιοθήκης, για την οποία ο Σμυρνάκης παραδίδει ότι, ενώ στα 1837 αριθμούσε 1500 περίπου χειρογράφους κώδικες, στα 1880, δηλαδή επί της εποχής του, υπήρχαν 320, εκ των οποίων 71 περγαμηνοί. Τόσοι είναι και οι κώδικες, που κατέγραψε την ίδια περίπου εποχή ο Σπ. Λάμπρος.

 

Καθίσματα

Στη μονή υπάγονται επτά Καθίσματα. Στο λόφο ανατολικά της μονής βρίσκεται το Κάθισμα της Ζωοδόχου Πηγής, στην ανατολική άκρη του όρμου βρίσκεται ο ναός των αγίων Θεοδώρων, ενώ στην πλαγιά του λόφου, επάνω από τον αρσανά, ο ναός του αγίου Αντωνίου του Κιεβοσπηλαιώτου. Η ονομασία οφείλεται σε θρύλο, που θέλει τον όσιο Αντώνιο Πετσέρσκι, ρώσο ασκητή των μέσων του 11ου αι., να αφήνει τη μεγάλη Λαύρα των σπηλαίων του Κιέβου και να έρχεται να μονάσει σε σπηλιά της περιοχής, όπου περίπου βρίσκεται ο εν λόγω ναός. Τέλος, μια άλλη μη επιβεβαιωμένη πλήρως θέση, αποτελεί ερειπιώδης ναός, ο οποίος σύμφωνα με τον Σμυρνάκη αποτελούσε το Καθολικό της μονής του Ε’ αιώνα, που ανάγεται στην Πουλχερία. Πρόκειται για τμήμα της κόγχης του ιερού, καθώς και για τέσσερις αράβδωτους κίονες, που εντοπίσθηκαν και αποτέθηκαν εκεί ήδη από τον 19ο αι. Στο σημείο αυτό υπάρχει πλέον Κάθισμα του Αγίου Δημητρίου.

Οι μοναχοί

Ο αριθμός των μοναζόντων εντός της μονής, που αποτελούν τη παλαιά λεγόμενη και σχισματική από τις τάξεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας συνοδεία, είναι αδιευκρίνιστος, θεωρείται όμως μεγάλος. Η νέα και σε Κοινωνία ευρισκόμενη με το Σώμα της Εκκλησίας συνοδεία, που εγκαταβιοί στο Κονάκι των Καρυών, αριθμεί όχι περισσότερους από δέκα μοναχούς. Η μονή κατέχει την 18η θέση στην Τάξη των μονών του Αγίου Όρους.