Πίστη και Επιστήμη: Αλληλοαποκλειόμενα ή Αλληλοσυμπληρούμενα;


06.10.2012

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ:

«Πίστη και Επιστήμη: Αλληλοαποκλειόμενα ή Αλληλοσυμπληρούμενα;»

Η διαρκώς αναπτυσσόμενη επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη, σε συνδυασμό με τη –δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη –κοινωνική της απήχηση, καθιστούν ολοένα και περισσότερο αναγκαία τη διδακτική και παιδαγωγική προσέγγιση διδακτικών ενοτήτων, όπως αυτή με τον τίτλο: «Πίστη και Επιστήμη: Αλληλοαποκλειόμενα ή Αλληλοσυμπληρούμενα;», από το βιβλίο των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου.

Ο Λόγος δημιουργών

Ο διαζευκτικός τρόπος με τον οποίο οι συγγραφείς θέτουν το θέμα είναι προσφυής, διότι ανακαλεί στη μνήμη μας την ιστορία των σχέσεων μεταξύ πίστης και επιστήμης κατά τις παρελθούσες εποχές και ανασύρει μια υποδόρια, θα λέγαμε, διαλεκτική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγεθών, που ακόμη και σήμερα, παρόλες τις σχετικές προόδους, δεν έχει ξεπεραστεί. Επιπλέον, ο διαζευκτικός αυτός τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος δίνει την ευκαιρία σε μια υγιή διαλεκτική, η οποία αφήνει το ζήτημα ανοικτό σε νέες συνθέσεις που ενδεχομένως να προκύψουν με την επεξεργασία της ενότητας μέσα στην τάξη.

Πρέπει αρχικά να σημειωθεί πως το παρόν κείμενο –το οποίο απετέλεσε εισήγηση του γράφοντος σε παιδαγωγική ημερίδα, που οργανώθηκε από τον Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων Δυτικής Μακεδονίας στην Κοζάνη, στις 6 Σεπτεμβρίου 2012 – δεν αποτελεί δειγματική διδασκαλία. Απηχεί περισσότερο έναν προσωπικό προβληματισμό τόσο για τη στοχοθεσία, όσο και για την ακολουθητέα μεθοδολογία, στη διδακτική της συγκεκριμένης ενότητας. Έναν προβληματισμό ο οποίος αναδεικνύεται μέσα από τη διδακτική πράξη, σε ένα μάθημα που μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε «αμφίπλευρα ευαίσθητο». Ευαίσθητο από την άποψη της κατανόησης και της αποδοχής της πίστης από τους σημερινούς εφήβους, αλλά και ευαίσθητο αναφορικά με την εκτίμηση και αποδοχή της επιστήμης από μέρους τους. Στη δομή της ψυχοσύνθεσης του σημερινού εφήβου και όχι μόνον, η θέση της λογικής αποδεικτικότητας, της επιστημονικής μεθοδολογίας, η ανάγκη της επαλήθευσης, είναι πολύ υψηλή, σε αντίθεση, ίσως, με την κακοποιημένη εκδοχή της πίστης, που λανσάρει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και επικουρεί, πολλές φορές, η πρακτική των διδασκόντων το Μάθημα. Η πεποίθησή μας για την ευαισθησία της διδακτικής αυτής ενότητας, μας οδηγεί στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Καταρχήν σε έναν αναστοχασμό για τη στοχοθεσία, τους στόχους αυτής της διδακτικής ενότητας. Η προσαρμογή των στόχων του Αναλυτικού Προγράμματος (Α.Π.) στις συγκεκριμένες απαιτήσεις τις τάξης, συνιστά θεμελιώδη προϋπόθεση μιας επιτυχημένης διδακτικής μεθοδολογίας και πρακτικής. Πέρα από τις όποιες προσαρμογές της στοχοθεσίας απαιτεί το περιβάλλον της κάθε τάξης, κύρια διδακτική και παιδαγωγική διήκουσα επιβάλλεται να είναι η αυτονόητη απουσία κάθε απολογητικής διάθεσης (πολύ περισσότερο πρακτικής), από τη διδακτική μεθοδολογία. Αν και παρέλκει όποια δικαιολόγηση της ανωτέρω θέσης, εντούτοις είναι σκόπιμο να επισημανθούν: Α) Η αδυναμία τόσο να αποδειχθούν επιστημονικά οι κεφαλαιώδεις επιστημονικές αλήθειες, όσο και να απορριφθούν. Β) Ο κίνδυνος της, δια της απολογητικής, μετατροπής της διδακτικής ενότητας σε ιδεολογικό μανιφέστο. Γ) Η εγγενής αντιεπιστημονικότητα κάθε απολογητικής, η οποία στερεί τις μεγάλες αλήθειες της ζωής και της ύπαρξης (είτε είναι επιστημονικές, είτε όχι), από τη φυσική τους εξελικτική δυναμική.

Μια δεύτερη παρατήρηση, η οποία και μας εισάγει στην ουσία της διδακτικής προσέγγισης αυτής της ενότητας, είναι η προσπάθεια να ιχνηλατήσουμε και να προβάλουμε την «καθαυτό» έννοια της πίστης, όπως η τελευταία βιώνεται στη λατρευτική πράξη και την εν Χριστώ ζωή της Εκκλησίας, και περιγράφεται στον πλούτο της θεολογικής κληρονομιάς της. Αν στη συνείδηση των περισσοτέρων ανθρώπων σήμερα, η λέξη πίστη ταυτίζεται με την ανεξέταστη αποδοχή αρχών και αξιωμάτων, την υποταγή σε αυθεντίες, τον εξοβελισμό της κριτικής σκέψης, τη συμπίεση του ψυχισμού και της προσωπικότητας του ανθρώπου, στην πραγματικότητα αυτή, έχει συντελέσει αποφασιστικά η παρεφθαρμένη εκδοχή και κατανόηση της χριστιανικής πίστης, ιδιαίτερα στους νεώτερους χρόνους. Γι’ αυτό και πολύ συχνά, υπό το μανδύα της θρησκευτικής πίστης καλύπτονταν, η υποταγή σε θρησκευτικές, ιδεολογικές και πολιτικές, ακόμη, αυθεντίες ανθρωπολογικού εξανδραποδισμού, οι οποίες εκφράστηκαν συνθηματολογικά στην πασίγνωστη, (άγνωστης προέλευσης μα ευρύτατα διαδεδομένη) ρήση του: «πίστευε και μη ερεύνα»!

Η πρακτική αυτή εκφράστηκε και στο χώρο της ακαδημαϊκής θεολογίας κατά τις παρελθούσες δεκαετίες στον τόπο μας, είτε με μια βεβιασμένη και ελλιπή απολογητική, είτε με την εισαγωγή στην ορθόδοξη δογματική διδασκαλία μιας διελκυστίνδας μεταξύ λογικότητας και υπέρλογης – υπερφυσικής αλήθειας. Αλήθειας η οποία προσεγγίζεται με μια απολύτως παθητική πίστη. Μια πίστη με την έννοια της de facto διανοητικής αποδοχής αρχών και αξιωμάτων.

Σήμερα πια, μετά από δεκαετίες αναζωπύρωσης του θεολογικού μας πλούτου από τη νεώτερη ελληνόφωνη θεολογία, μετά την στροφή στις πηγές και την εμπειρία της Εκκλησίας, μπορούμε να πούμε απερίφραστα, πως μια τέτοια εκδοχή της πίστης δεν υπάρχει. Τουλάχιστον δεν έχει καμία σχέση με το νόημα που έδωσε στον όρο η ιουδαιοχριστιανική παράδοση. Ένα νόημα που φωτίζει την έννοια της πίστης μ’ εκείνην της εμπιστοσύνης στην εμπειρία μιας κοινότητας. Κοινότητας πιστών, βαπτισμένων χριστιανών, που αγωνίζεται να μετατρέψει σε περιεχόμενο της καθημερινής ζωής, το ευαγγελικό μήνυμα.

Αν το περιεχόμενο της πίστης ως εμπειρία της Εκκλησίας χρήζει διασαφητικών παρεμβάσεων και ενός είδους αποκάθαρση από μια προϊούσα ιδεολογικοποίηση, το περιεχόμενο της έννοιας της επιστήμης χρήζει κυριολεκτικά επανανοηματοδότησης, όταν φωτιστεί από τα πορίσματα των μοντέρνων φυσικών επιστημών και τα γνωσιοθεωρητικά τους συνεπαγόμενα.

Πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρηθεί και να γίνει κατανοητή στους μαθητές μας, η διάκριση μεταξύ της επιστήμης ως πρωτοποριακής σπουδής και έρευνας, από μια ιδεολογικοποιημένη, εμπορευματοποιημένη λαϊκίστικη εκδοχή της, διάσπαρτη στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η ιδεολογικοποιημένη εκδοχή μιας επιστήμης, με έτοιμες τις απαντήσεις σε όλα, ικανής για την απομύθευση κάθε υπαρξιακής ή μεταφυσικής αναζήτησης, λειτουργεί μάλλον ως παράγοντας εφησυχασμού και ελέγχου των συνειδήσεων, παρά ως παράγοντας αφύπνισης της κριτικής σκέψης και της κοινωνικής εγρήγορσης.

Επιπλέον, οι καταιγιστικές αλλαγές στις σύγχρονες φυσικές επιστήμες, οι οποίες σημειώθηκαν κατά τη διαδρομή του εικοστού αιώνα, ήρθαν να ανατρέψουν το νεωτερικό παράδειγμα της νευτώνειας μηχανικής, της απόλυτης προβλεψιμότητας και της «τετράγωνης» λογικής. Και είναι, ακριβώς, αυτή η ανατροπή που αίρει  τη, διευρυμένη στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ιδεολογικοποίηση της επιστήμης ως απόλυτης πανάκειας για το καθετί. Μακριά από κάθε έννοια ή προσπάθεια νεο-απολογητισμού, έχει σημασία να δείξουμε στους μαθητές μας, τις γνωσιοθεωρητικές και επιστημολογικές συνέπειες από τις σύγχρονες επιστημονικές ανακατατάξεις.

Η κατάργηση της νευτώνειας μηχανιστικής εκδοχής του κόσμου με το συνακόλουθο πέρασμα από τη δυαλιστική σε μια διαλεκτική οντολογία, είναι ένα εκρηκτικό γεγονός για να επισκιαστεί από τον κυκλοφορούντα λαϊκίστικο επιστημονισμό. Συνιστά ένα επιστημονικό και μορφωτικό αγαθό το οποίο δε μπορεί παρά να κοινοποιηθεί στους μαθητές. Η καρτεσιανή οντολογική διαρχία που παγίωνε σε μια σχέση αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού τον άνθρωπο και τον κόσμο, το υποκείμενο με το αντικείμενο, το φυσικό με το ψυχικό, το υλικό με το πνευματικό, το σώμα με την ψυχή, απηχεί τα επιστημολογικά standards της περιόδου του 17ου-19ου αιώνα. Ευνοεί μια χρηστική και ωφελιμιστική εκδοχή του κόσμου, έρμαιου της ατομικής βουλιμίας, χωρίς οικολογικές ευαισθησίες και με καταστροφικές για τα οικοσυστήματα συνέπειες. Μια φύση «σκλάβα» (Φ. Μπαίηκον) στις επιθυμίες του ανθρώπου –κτήτορα (Ντεκάρτ), η οποία δεν εμπνέει το σεβασμό και οδηγεί κορυφαία φιλοσοφικά πνεύματα (Καντ) στο να παροτρύνουν σε μια εξουσιαστική και «ανήθικη» σχέση ανθρώπου –φύσης, προκειμένου να ωφεληθεί ο άνθρωπος από την τεχνολογική της απομύζηση. Οι δε προεκτάσεις του νευτώνειου μηχανιστικού κοσμοειδώλου στην κοινωνία, τις ανθρώπινες σχέσεις και την πολιτική, είναι περισσότερο και από αυτονόητες.

Στους αντίποδες της νευτώνειας μηχανικής, η σύγχρονη φυσική με τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης (BigBang), ανατρέποντας την αιωνιότητα του σύμπαντος, ανέτρεψε, ταυτόχρονα, και την εικόνα της κλειστής και παγιωμένης οντολογίας, καθώς και την επιστημολογική αυτάρκεια, που προέρχονταν από μια τέτοια θεώρηση. Έδειξε (η θεωρία του Big Bang) πως το σύμπαν έχει αρχή στο χρόνο ή, καλλίτερα, ότι η αρχή του σύμπαντος αποτελεί και την αρχή του χρόνου και προσδιόρισε την ηλικία του στα 13,7 δις. Χρόνια.

Επιπλέον, η έρευνα του Einstein γύρω από την αμφίδρομη σχέση ύλης και ενέργειας, έθραυσε το ιδεολογικά αδιαπέραστο τείχος υλικού και αΰλου. Έδειξε πως αυτό που θεωρούμε υλικό μπορεί να είναι μια «μεταμόρφωση» του αΰλου και αντίστροφα.

Ποικίλες θεμελιώδεις θεωρίες, εξαιρετικής σπουδαιότητος και εφαρμοσιμότητος στη φυσική και τα μαθηματικά, όπως: η κυματοσωματιδιακή φύση του φωτός, η αντιύλη, η σκοτεινή ύλη, ο αρνητικός χρόνος, οι υπερ-ευκλείδιες γεωμετρίες, το θεώρημα του Gödel,  τα ά-μαζα σωμάτια, το πρόβλημα της βαρύτητας και τόσα άλλα, καταδεικνύουν μια διεύρυνση της τυπικής αριστοτελικής λογικής, της διαδεδομένης αντίληψης για το φυσικό, την αποδειξιμότητα και την αλήθεια. Συμπλησιάζουν δε αρκετά την έννοια της φυσικής και της μεταφυσικής.

Συμπερασματικά, η φιλοσοφική, επιστημολογική αποτίμηση των θέσεων της μοντέρνας επιστήμης αποτελεί επιτακτικό καθήκον του διδάσκοντος την εν λόγω διδακτική ενότητα. Με απαραίτητη, πάντοτε, προϋπόθεση την αποφυγή του νεο-απολογητισμού, συνιστά, ίσως, τη μοναδική ευκαιρία, στα πλαίσια του θρησκευτικού μαθήματος, να ανοιχτούν οι μαθητές στη γοητεία των επιστημολογικών θεμάτων, να προβληματιστούν για την έννοια της επιστήμης και της λογικής και να τοποθετήσουν σε νέα βάση την υπαρξιακή προβληματική. Ευκαιρίες που σπάνια παρέχονται στο εξουθενωτικό εξετασιοκεντρικό μας Λύκειο

Πηγή: e-theologia.blogspot.gr